Θεραπεία Οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (Βασίλειος Τάνος MD PhD Καθ. Μαιευτικής και Γυναικολογίας )

Κατευθυντήριες οδηγίες 2020

European guidance for the diagnosis and management of osteoporosis in postmenopausal women

The International Osteoporosis Foundation (IOF) website lists osteoporosis guidelines

AACE Clinical Practice Guidelines for the Diagnosis and Treatment of Postmenopausal Osteoporosis – 2020 Update

Συνιστάται θεραπεία στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με υψηλό κίνδυνο καταγμάτων, ειδικά εκείνων που έχουν υποστεί πρόσφατο κάταγμα, με φαρμακευτικές θεραπείες, καθώς τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με υψηλό κίνδυνο καταγμάτων, συνιστάτε η θεραπεία με διφωσφονικά (αλενδρονάτη, ρισεδρονάτη, ζολεδρονικό οξύ και ιπανδρονάτη) για τη μείωση του κινδύνου κατάγματος. Η ιπανδρονάτη (Ibandronate) δεν συνιστάται για τη μείωση του κινδύνου κατάγματος στη σπονδυλική στήλη ή του ισχίου. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση που λαμβάνουν διφωσφονικά, προτείνεται να επανεκτιμηθεί ο κίνδυνος κατάγματος μετά από 3-5 χρόνια και οι γυναίκες που παραμένουν σε υψηλό κίνδυνο καταγμάτων πρέπει να συνεχίσουν τη θεραπεία, ενώ εκείνες που διατρέχουν χαμηλό έως μέτριο κίνδυνο καταγμάτων να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.

Βασικά σημεία θεραπεία

Αναγνώριση ατόμων υψηλού κινδύνου (μετά από εξέταση DEXA) και ιδιαίτερα άτομα με προηγούμενο κάταγμα.  Θεωρήστε τα διφωσφονικά ως θεραπευτική επιλογή πρώτης γραμμής για μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο κατάγματος.

Επανεκτίμηση κινδύνου κατάγματος αφού χορηγήθηκαν στην ασθενής διφωσφονικά για 3-5 χρόνια. 

Διακοπή διφωσφονικών σε γυναίκες που έχουν χαμηλό έως μέτριο κίνδυνο κατάγματος. 

Εξετάστε το ενδεχόμενο αναβολικής θεραπείας (τεριπαρατίδη ή αλαλοπαρατίδη) για γυναίκες με πολύ υψηλό κίνδυνο καταγμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με πολλαπλά κατάγματα.

 Όλες οι γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία οστεοπόρωσης εκτός από αυτές που παίρνουν τεριπαρατίδη ή αλαλοπαρατίδη πρέπει να καταναλώνουν ασβέστιο και βιταμίνη D στη διατροφή τους ή μέσω συμπληρωμάτων.

Παρακολουθήστε το BMD μάζας οστικής πυκνότητας ατόμων υψηλού κινδύνου με χαμηλό BMD κάθε 1 εώς 3 χρόνια.